Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Liria dhe rrënjët...


Liria dhe rrënjët...
Nga Ardi Stefa
Një miku im një ditë më pyeti se përse më pëlqen kaq shumë që të hyj në internet, të kërkoj, të gjej, të dialogoj, të bëj miq, të shëtis...
Për këto arsye që po thua edhe ti iu përgjigja. Është i vetmi vend ku shkoj i lirë!
Është i vetmi vend që nuk ka kufij dhe ku nuk kërkohet as pasaportë e as vizë. Edhe po qe se duhet ndonjë vizë, s’ka më kollaj. Përdor adresën tënde të internetit, blogun apo faqen personale dhe mund të shkosh për pesë minuta, apo për dhjetë sekonda nga njëri cep i planetit në tjetrin.
Të ngjitesh në stepat e Siberisë, në Xhunglat e Amazonës, në Kilimanxharo apo Tibet, të vizitosh Parisin apo Londrën, Nju Jorkun apo Moskën, pa pasur frikë se ndonjë ambasadë nuk do të të japë vizë, se nuk ke para për të prerë biletën, apo se mund të të ndalohet hyrja në kufij.
Për këtë arsye më pëlqen interneti. Se mundet të dialogoj me pakistanezë, kinezë, amerikanë e shqiptarë. Se mundet të flas me të gjithë këta e askush të mos të dojë tja dijë për kombësinë, përkatësinë fetare, apo ngjyrën e lëkurës sime...
Se mundet të qëndroj sa të dua në SHBA apo Kanada, në Gjermani apo Belgjikë, pa pasur nevojë të shkoj nëpër zyre që të nxjerr leje e qëndrimit...
Për këtë arsye, por edhe për shumë të tjera më pëlqen interneti.
Më pëlqen kaq shumë se atje, në faqet e internetit e ndiej veten të lirë, pa kufij ndrydhës e shtypës. brenda internetit e ndien veten kozmopolit, qytetar të botës. Brenda internetit e ndiej veten kaq shumë të lirë, e ndiej veten të çliruar nga të gjithë vargojtë që na shtrëngojnë e na lidhin shepsh her duar e këmbë.
Ndihem i lirë, flas e shpreh dufin si të dua, kam miq e armiq, por jam i lirë...
Këto i thosha mikut tim, i cili banon në një kompleks turistik në Lefkada. Dhoma e tij e thjeshtë, e përkohshme, me pak laçka. Më të domosdoshmet. Një frigorifer, një televizor, një dollap me ca pak tesha, një tryezë portative me karrige plastike, një shtrat e disa orendi tepër të thjeshta. Të gjitha lehtësisht të transportueshme në kërkim të ndonjë banese tjetër, në kërkim të ndonjë pune tjetër, në kërkim të ndonjë vendi tjetër.
Banesa e mikut tim tregonte se ai, megjithëse kishte mbi dhjetë vjet në Greqi, nuk kishte rrënjë...
Nuk kishte zënë rrënjë.
Ia thashë. Ia thashë këtë gjë, duke i theksuar se megjithëse mua më pëlqen të udhëtoj e të njoh vende të reja, më pëlqejnë gjithashtu edhe rrënjët. Dua të zë rrënjë diku...
E pranoi dhe më tha se edhe ai donte të zinte diku rrënjë, por deri tani nuk kishte mundur. Edhe se s’kishte pasur mundësi, edhe se kishte dashur gjithmonë të kthehej, por edhe se..., as ai vetë nuk dinte ta shpjegonte...
Dhe vazhdonte të ngelej ashtu siç e kisha gjetur unë në dhomën e kompleksit turistik, i vetëm, i përkohshëm...
Dhe mua m’u kujtua se përpara disa vjetësh kisha botuar një shkrim në gazetë për përkohshmërinë e shqiptarëve, e cila nuk ishte edhe aq përkohshmëri. Dhe m’u kujtua se kisha sjellë edhe një shembull nga një artikull i një gazetarit grek, i cili përpara 40 vjetësh kishte bërë një reportazh me emigrantët grekë në SHBA. Kishte biseduar me ta, i kishte pyetur nëse do të ktheheshin ndonjëherë në Greqi dhe prej tyre kishte marrë përgjigjen e prerë se dita e kthimit të tyre ishte shumë e afërt. Bile ata i kishin treguar edhe bagazhet që kishin të gatshme në ndonjë cep të shtëpive të tyre, disa rroba, ndonjë frigorifer, ndonjë sobë elektrike, televizor, etj… Pas rreth 30 vjetësh i njëjti gazetar u gjend përsëri në qytetin amerikan. Deshi të përfundonte reportazhin e nisur vite më parë. U interesua të takonte ata emigrantë, me të cilët kishte biseduar gjatë zhvillimit të reportazhit të parë. Dhe i takoi. Ata jo vetëm që nuk ishin kthyer në Greqi, por ose s'kishin ndërmend të ktheheshin, ose i qëndronin idesë së parë. Shkoi edhe në shtëpitë e tyre dhe u befasua: bagazhet ishin ende në vendin e tyre, në një cep. Ishin aty rrobat, kujtimet, vetëm televizorët e pajisjet elektrike kishin ndryshuar, ishin bërë më moderne…

2 σχόλια:

logistika-forotexnika είπε...

Eshte e vertete qe endrra e emigrantit per t`u kthyer nje dite ne atdhe, nuk e le te ze rrenje. Une shoh bashkeatdhetaret tane ketu (Greqi) qe e jetojne jeten si "emigrant" d.m.th. nuk defrejne nuk ingranohen ne jeten e perditeshme me justifikimin se nje dite do kthehen. Humbasin kontaktet me jeten ketu dhe jetojne me kujtimet e te kaluares. Ora e emigrantit ka ngelur, ai shpreson ta kurdis kur te kthehet ne atdhe.

P.S. Ardi ke bere nje pune te bukur te ky blog.. c.y

Ανώνυμος είπε...

Ξένοι στη μόνη πατρίδα που γνωρίζουν
Είμαι Αλβανίδα και καθαρίζω σπίτια. Φεύγω νωρίς το πρωί και γυρνάω το βράδυ, στις ειδήσεις. Ολη μέρα κουρασμένη, ιδρωμένη, χάλια. Η κόρη μου γεννήθηκε στην Ελλάδα, πάει στο Λύκειο και είναι αριστούχος. Μια μέρα μπήκε στο σπίτι που δούλευα με το κορίτσι του αφεντικού. Με το που με είδε, έκανε πίσω να βγει, να φύγει. Δεν μου μίλησε. Ούτε και εγώ κουνήθηκα από τη θέση μου».
Η εξομολόγηση αυτή, μιας απλής καθημερινής γυναίκας, αποτέλεσε την αφορμή για να ασχοληθούμε με το ερώτημα: «Τελικά, πόσο “Αλβανά” για την Ελλάδα και πόσο “ξένα” για την Αλβανία είναι τα παιδιά των 500.000 Αλβανών μεταναστών που ζουν σήμερα στην Αθήνα;».
«Εμείς φύγαμε από μια Αλβανία-φυλακή, ήρθαμε μπουλούκια στην Ελλάδα και βιώσαμε τεράστιο ρατσισμό», συνεχίζει η μεσήλικη γυναίκα που θέλει να κρατήσει την ανωνυμία της. «Ισως να ήταν και φυσικό. Αντέξαμε, όμως, γιατί πιστεύαμε ότι θυσιαζόμασταν για τα παιδιά μας. Τελικά δεν ήταν καθόλου έτσι. Τα παιδιά μας νιώθουν πολύ χειρότερα από εμάς. Γιατί εμείς ξέραμε τη θέση μας, αυτά όμως γεννήθηκαν εδώ, δεν μιλούν άλλη γλώσσα και δεν ξέρουν άλλη πατρίδα. Και όμως, η ελληνική κοινωνία δεν τα θέλει. Αλλά το χειρότερο, που νιώθω σαν μάνα, είναι πως τα παιδιά μας ντρέπονται για μας. Βλέπετε, όσο καλά και αν ντυθώ, όσο και αν προσπαθήσω να μιλήσω σωστά ελληνικά, φαίνομαι ότι είμαι Αλβανίδα. Και με θλίψη βλέπω πως με την κοινωνική πίεση που δέχονται, ένα τείχος χτίζεται μέσα στις οικογένειές μας, ανάμεσα στα παιδιά και στους γονείς».
Πολλά από τα παιδιά αυτών των μεταναστών, ακόμα και αν δεν γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μεγάλωσαν εδώ, μετέχουν της ελληνικής Παιδείας. Σπουδάζουν στα πανεπιστήμιά μας, δουλεύουν, βλέπουν το μέλλον τους εδώ και προσπαθούν να ενταχθούν, παρόλο που δεν λείπουν οι δυσκολίες και οι αρνητικές εμπειρίες από ρατσιστικές συμπεριφορές.
Τρία παιδιά, η Λούβη, ο Κώστας και ο Ηλίας μιλούν στον ΕΤ.Κ για όλα αυτά που, όπως λένε, «προσπαθούν να μη σκέφτονται».
Λουβη Χαντζαρη
25 ετων, πτυχιουχος της ΦαρμακευτικΗς Αθηνων
«Ηρθα στην Ελλάδα πριν από δέκα χρόνια και πήγα κατευθείαν στο σχολείο. Τότε ήμουν η μόνη Αλβανίδα μαθήτρια στο Λύκειο Βύρωνα. Παρόλο που δεν καταλάβαινα καλά τη γλώσσα, ένιωθα έντονα το ρατσισμό και από τους μαθητές και από τους καθηγητές, τη διαφορετική συμπεριφορά τους απέναντί μου. Στο σχολείο δεν έκανα κανένα φίλο. Μέχρι και το πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο έκανα παρέα μόνο με Αλβανούς. Βρεθήκαμε όλοι στην ανάγκη με τη δυσκολία της γλώσσας και χρειαζόμασταν ο ένας τον άλλον. Ελληνες φίλους κατάφερα να αποκτήσω αργότερα, ίσως επειδή μιλούσα πια καλύτερα τη γλώσσα. Τώρα με καλούν στα σπίτια τους και έρχονται στο δικό μας. Πριν από δέκα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να είσαι Αλβανός. Αν και σήμερα τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, πιστεύω ότι ο ρατσισμός δεν θα εκλείψει ποτέ. Θα αλλάζει μορφή. Εμείς είμαστε στη θέση που ήταν οι γονείς σας πριν από 50 χρόνια. Δουλεύουμε δύο και τρεις δουλειές, γιατί δεν έχουμε τίποτα. Οι περισσότεροι θα μείνουμε εδώ, για πάντα. Σήμερα και να θέλει μια οικογένεια να γυρίσει πίσω, δεν έχει πια θέση στην Αλβανία. Είμαστε πρόσφυγες και εκεί.
Συχνά με ρωτούν αν είμαι Αλβανίδα ή Ελληνίδα. Πριν από λίγο καιρό ήμουν στην Κίνα (μαθαίνω τη γλώσσα). Εκεί μου έλειπε η γειτονιά μου, το χρώμα του ουρανού, τα ελληνικά τραγούδια, τα σουβλάκια. Η Ελλάδα μού έλειπε, όχι η Αλβανία. Αλλά όταν είμαι στην Ελλάδα, μου λείπει η Αλβανία. Τι να είμαι άραγε; Θέλω να πω ότι εγώ, ως Λούβη, δεν εκπροσωπώ ούτε την Αλβανία ούτε την οικογένειά μου. Εκπροσωπώ μόνο εμένα. Είμαι η Λούβη, που είμαι από την Αλβανία, και έχω ελληνικές ρίζες και εθνικότητα».
Κωστας Παππας
28 ετων, τελειοφοιτος κολεγιου στη Διοικηση Επιχειρησεων
«Εγώ δεν είμαι ούτε Βορειοηπειρώτης ούτε τίποτα. Είμαι “καθαρός” Αλβανός και θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να αποκτήσω ελληνική ταυτότητα. Δεν με ενδιαφέρει τι υπηκοότητα θα έχω, το μόνο που θέλω είναι να μπορώ να ταξιδεύω ελεύθερα, όπως όλος ο κόσμος.
Ποιος Αλβανός δεν έχει νιώσει ρατσισμό στην Ελλάδα; Μόνο στα Βαλκάνια εξακολουθούμε να ρωτάμε τους ανθρώπους “από πού είσαι και ποια είναι η θρησκεία σου;”. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αυτές οι ερωτήσεις είναι, χρόνια τώρα, ξεπερασμένες. Εγώ ζω στον Κορυδαλλό, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, δουλεύω σε τρεις δουλειές για να σπουδάσω και να συντηρήσω τους γονείς μου, δεν έχω κάνει ποτέ διακοπές στη ζωή μου και σπουδάζω σε μια σχολή που πάνε τα πλουσιόπαιδα. Τα δύο πρώτα χρόνια στη σχολή δεν καθόταν κανείς δίπλα μου. Οι ρατσιστικές συμπεριφορές είναι σαφώς και θέμα επιπέδου, αλλά εγώ πιστεύω ότι είναι κυρίως θέμα πολιτικής και προπαγάνδας των μέσων ενημέρωσης, που τις πριμοδοτούν. Σε κάθε πολυκατοικία της Αθήνας ζούμε Ελληνες και Αλβανοί μαζί. Δουλεύουμε μαζί, σπουδάζουμε στα πανεπιστήμια μαζί και είμαστε όλοι θύματα της ίδιας προπαγάνδας.
Ζω στην Ελλάδα, είμαι Αλβανός και σκοτώνω κάθε φόβο μέσα μου. Φόβο νιώθει η μάνα μου που πέθανε η αδελφή της στην Αλβανία και δεν πήγε στην κηδεία, γιατί μπορεί να μην την άφηναν να επιστρέψει. Εγώ θα σκοτώνω μέσα μου ό,τι με εμποδίζει, γιατί πρέπει να προχωρήσω στη ζωή μου. Ο,τι κι αν πω, δεν θέλω να φύγω από την Ελλάδα. Το μόνο που θέλω είναι να έχω ίσα δικαιώματα και να μου επιτρέπουν να δουλεύω για να ζω με αξιοπρέπεια. Τίποτε άλλο».
Ηλιας
26 ετων, σπουδασε Πολιτικες Επιστημες σε κολεγιο και εκανε μεταπτυχιακο στο Λονδινο
«Δεν θέλω να μπει το επώνυμό μου. Είμαι στην Ελλάδα 17 χρόνια. Η μητέρα μου είναι ελληνικής καταγωγής και φέτος, επιτέλους, θα πάρω ελληνική ταυτότητα. Νιώθω πολύ περήφανος γι’ αυτό.
Οσο ήμασταν λίγοι οι Αλβανοί δεν είχαμε προβλήματα. Οσο πληθαίναμε άρχιζαν οι προστριβές. Ο πατέρας μου είχε πολλά προβλήματα, παρόλο που είναι εργατικός, πρόθυμος και καλός οικογενειάρχης. Ομως, το όνομά του είναι Κεμάλ και, εκτός του ότι προσδιορίζει την καταγωγή του, κουβαλάει και ένα ιστορικό βάρος για τους Ελληνες. Για μένα τα προβλήματα άρχισαν στο Λύκειο. Στο σχολείο μου υπήρχαν φασιστικές ομάδες μαθητών, οι οποίες ήταν πραγματικός τρόμος για εμάς τους μετανάστες. Ετρεμα μην καταλάβουν από πού είμαι. Και στο πανεπιστήμιο δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Παντού ήμουν “ο Αλβανός”. Ακόμα και τώρα κρύβομαι, φοβάμαι να πω την καταγωγή μου. Ελάχιστοι φίλοι μου ξέρουν ότι είμαι Αλβανός. Φοβάμαι την κοινωνική απομόνωση, φοβάμαι μήπως με αφήσει το κορίτσι μου, μήπως δεν με πάρουν στη δουλειά. Αν μπορούσα να αλλάξω το επίθετό μου σε ελληνικό, πιστεύω ότι θα είχα λιγότερα προβλήματα, γιατί δεν θα με κατέτασσαν κάπου εξαρχής. Και όμως, εδώ μεγάλωσα, εδώ πήγα σχολείο, έπαιζα μπάσκετ και άκουγα την ίδια μουσική με τα άλλα παιδιά. Ξένος είμαι και όταν πηγαίνω στην Αλβανία, γιατί υποστηρίζω την Ελλάδα. Το ότι δεν έχω προσδιορισμένη ταυτότητα, μου δημιουργεί και άλλα προβλήματα. Σκέφτομαι ότι θέλω να κάνω οικογένεια. Και αναρωτιέμαι: θα ήμουν ποτέ αποδεκτός σε μια ελληνική οικογένεια; Θα είχα τίποτα κοινό με κάποια που έχει μεγαλώσει και ζει στην Αλβανία; Ή η μόνη μου επιλογή είναι μια Αλβανίδα η οποία έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα;
Μπορεί το πρόβλημα να είμαι εγώ, μπορεί, αν έλεγα την αλήθεια, να ένιωθα απελευθερωμένος, μπορεί όμως και χειρότερα απομονωμένος».

ΧΤΕΝΕΛΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
Ελεύθερος Τύπος